Κανείς δεν βγαίνει αλώβητος από την παιδική ηλικία. Ένας από τους λόγους είναι η ασυμμετρία των σχέσεων στον κόσμο ενός παιδιού. Ο ένας είναι μεγάλος, ο άλλος μικρός. Ο ένας γνωρίζει, ενώ ο άλλος μαθαίνει, και ο ένας δίνει, ενώ ο άλλος έχει ανάγκες. Συνήθως το θεωρούμε αυτό ως καλοπροαίρετο ή τουλάχιστον απαραίτητο και αθώο. Όμως η ανισορροπία εξουσίας που προκύπτει όταν η αγάπη και η εξάρτηση συνυφαίνονται με την απογοήτευση και τον φθόνο μπορεί να επιφέρει επιπτώσεις που διαρκούν μια ζωή.
Ο κεντρικός άξονας του παραπάνω επιχειρήματος είναι ο εξής: τα παιδιά δεν μεγαλώνουν και δεν φτάνουν στην ενηλικίωση μέσα σε μια φούσκα ευγενικής φροντίδας. Αντίθετα, αναπτύσσονται σε ένα περιβάλλον ασυνείδητων ιδεών των ενηλίκων, οι οποίες εκφράζονται μέσω προβολών (αμυντικοί μηχανισμoί όπου κάποιος αποδίδει τις δικές του απαράδεκτες σκέψεις, συναισθήματα ή παρορμήσεις σε κάποιον άλλο, αντί να τις αναγνωρίζει στον εαυτό του), στερεοτύπων και αμυντικών μηχανισμών.
Η φαινομενικά προφανής «φυσική εξάρτηση της παιδικής ηλικίας» διαμορφώνεται πάντα εκ των προτέρων από τις φαντασιώσεις των ενηλίκων για την παιδική ηλικία. Το παιδί δεν είναι απλώς μικρό σε σύγκριση με τον ενήλικα. Το παιδί ερμηνεύεται, ορίζεται και περιορίζεται επίσης από κληρονομικές πεποιθήσεις σχετικά με το τι είναι ένα παιδί.
Οι ενήλικες, ασυνείδητα, χρησιμοποιούν τα παιδιά για να διαχειριστούν τη δική τους παιδική ηλικία. Δεν τα αντιμετωπίζουν, συναισθηματικά, όπως πραγματικά είναι, αλλά μάλλον μέσα από το φίλτρο των δικών τους, ανεπίλυτων απογοητεύσεων, ταπεινώσεων, ανεκπλήρωτων επιθυμιών και φόβων. Το παιδί αποτελεί, άθελά του, έναν συμμετέχοντα στις προσπάθειες του ενήλικα να ρυθμίσει συναισθήματα που δεν κατάφερε ποτέ να κατανοήσει κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του.
Οι ενήλικες, ασυνείδητα, αναμένουν από τα παιδιά να αναλάβουν το συναισθηματικό βάρος που οι ίδιοι δεν κατάφεραν να αντέξουν. Ένας γονιός που μεγάλωσε νιώθοντας ότι δεν τον έβλεπαν μπορεί να επιμένει στον ατελείωτο θαυμασμό από το παιδί του. Κάποιος που μεγάλωσε φοβούμενος τις συγκρούσεις μπορεί να επιμένει το παιδί να είναι «καλό» με κάθε κόστος.
Ο ενήλικας που ένιωθε ότι τον παραβίαζαν όταν ήταν παιδί, μπορεί να βιώνει τη φυσική ανάγκη του παιδιού του για στοργή ως κλειστοφοβική. Αυτές οι προσδοκίες δεν βασίζονται στο ποιο είναι το παιδί, αλλά στην προσωπική και συχνά αδιευκρίνιστη εμπειρία του ενήλικα, η οποία γίνεται ένα κληρονομημένο συναισθηματικό σενάριο που το παιδί πρέπει να ακολουθήσει.
Ας σκεφτούμε μια μητέρα, ικανή σχεδόν σε κάθε τομέα της ζωής της, που όμως σχεδόν παραλύει από το κλάμα του μωρού της. Δεν φοβάται για το μωρό, το οποίο ξέρει ότι είναι ασφαλές, αλλά χάνει τον έλεγχο από τον ίδιο τον ήχο του κλάματος. Η αβοήθητη ανάγκη του μωρού της αντηχεί σε κάτι ανεπίλυτο από το δικό της παρελθόν, μια παιδική ηλικία όπου η ανάγκη συνδεόταν με την αδυναμία και η αδυναμία με την περιφρόνηση.
Στη δική της ζωή, έμαθε να διαχειρίζεται αυτό το συναίσθημα γινόμενη εξαιρετικά ικανή. Όμως, δεν διαχειρίζεται τόσο εύκολα την εξάρτηση του γιου της. Η ωμότητα της εξάρτησης αυτής, τη φέρνει αντιμέτωπη με μια πτυχή του εαυτού της που δεν ήταν προετοιμασμένη να νιώσει. Δεν είναι κακή μητέρα. Είναι ένα άτομο που δεν έχει ακόμη επεξεργαστεί την ασυμμετρία της δικής της παιδικής ηλικίας, και το κλάμα του μωρού της έχει την εξαιρετική δύναμη να τη φέρνει στο προσκήνιο.
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί αποτελεί ένα συναισθηματικό υποκατάστατο, έναν αντικαταστάτη του παιδικού εαυτού του ενήλικα. Συχνά, το παιδί αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του ενήλικα πολύ πριν μπορέσει να εκφράσει τις δικές του, και έτσι προσαρμόζεται.
Πολλά παιδιά καταστέλλουν τις παρορμήσεις τους, συντονίζονται με τα συναισθήματα του ενήλικα και ερμηνεύουν τις αντιδράσεις του ενήλικα ως αξιολόγηση της ίδιας τους της αξίας. Τα παιδιά το κάνουν αυτό όχι επειδή είναι από τη φύση τους υπάκουα, αλλά επειδή η ασυμμετρία αυτή της εξουσίας μεταξύ γονέα και παιδιού, κάνει την προσαρμογή αυτή ισοδύναμη με την επιβίωση.
Επειδή τα παιδιά εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από τους ενήλικες για την επιβίωσή τους, θεωρούν δεδομένο ότι οι ενήλικες έχουν δίκιο. Πρόκειται για ένα πρωτόγονο συναισθηματικό μηχανισμό προστασίας. Η συναισθηματική λογική εδώ είναι η εξής: αν ο φροντιστής μου κάνει λάθος, δεν είμαι ασφαλής· αν όμως κάνω λάθος για τον εαυτό μου, μπορώ να διορθωθώ, να συγχωρεθώ και μάλιστα να αγαπηθώ. Σε αυτό το πλαίσιο, το παιδί ακολουθεί τη μόνη εφικτή επιλογή: να στρέψει προς τα μέσα την προβολή του ενήλικα.
Με την πάροδο του χρόνου, το παιδί κατασκευάζει ενεργά μια εσωτερική εικόνα του εαυτού του, η οποία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πως το αντιδρούν σε αυτό οι σημαντικοί ενήλικες. Στη συνέχεια θα οργανώσει τη συμπεριφορά, τις προσδοκίες και τη συναισθηματική του ζωή γύρω από αυτή την εικόνα.
Αν ο φροντιστής αντιλαμβάνεται την ανάγκη ως ενοχλητική, το παιδί θα τείνει να καταστέλλει την ανάγκη του. Αν ο ενήλικας θεωρεί την περιέργεια ως απειλή, το παιδί συχνά θα ελαχιστοποιεί την εξερευνητική του τάση. Αν ο ενήλικας αισθάνεται ότι η εξάρτηση είναι ασφυκτική, το παιδί θα βρει τρόπους να κρύψει την επιθυμία του. Αυτές οι προσαρμογές δίνουν στο παιδί μια αίσθηση ασφάλειας, και η ασφάλεια αυτή μοιάζει με αγάπη.
Το παιδί υιοθετεί το βλέμμα του ενήλικα ως δικό του. Και δεδομένου ότι όλα αυτά συμβαίνουν πριν ακόμα υπάρξουν λέξεις για να τα περιγράψουν, η εσωτερικευμένη εικόνα μοιάζει λιγότερο με πεποίθηση και περισσότερο με γεγονός, προφανές και αδιαμφισβήτητο, ακόμη και για το ίδιο το παιδί που, κατά καιρούς, δεν ταυτίζεται με αυτήν την εικόνα. Για το παιδί, το να θεωρεί τον εαυτό του ως την αιτία των αντιδράσεων του ενήλικα είναι πιο ασφαλές από το να βλέπει τον ενήλικα ως αναξιόπιστο ή τρομακτικό.
Μέχρι να φτάσουμε στην ενηλικίωση, οι εσωτερικευμένες ασυμμετρίες της παιδικής ηλικίας δεν μας φαίνονται πλέον ως προσαρμογές. Αποτελούν την προσωπικότητά μας. Αυτό που ξεκίνησε ως μια δημιουργική προσαρμογή στις προβολές των ενηλίκων μετατρέπεται σε τρόπους σχέσεων, σε μια ακαταμάχητη έλξη προς την επανάληψη συγκεκριμένων προτύπων αγάπης, εξουσίας, εγγύτητας και αυτορρύθμισης.
Το παιδί που βρήκε τρόπους να παρακάμψει την κριτική, τώρα επιδιώκει την τελειότητα. Και το παιδί που ένιωθε ότι ήταν «υπερβολικό», τώρα περιορίζει τις ανάγκες του. Το παιδί που ένιωθε υπεύθυνο για τα συναισθήματα των άλλων, τώρα είναι εξαιρετικά ευαίσθητο σε κάθε συναίσθημα γύρω του.
Τείνουμε να παρασυρόμαστε σε δυναμικές που διατηρούν την ατμόσφαιρα της παιδικής μας ηλικίας. Το οικείο, αν και οδυνηρό, συχνά μας φαίνεται πιο εύχρηστο από το άγνωστο. Οι έρευνες σχετικά με τα πρότυπα προσκόλλησης στην ενήλικη ζωή δείχνουν σαφώς την επανάληψη των πρώιμων προτύπων σχέσεων, ακόμη και όταν αυτά αποτελούν πηγή τρομερής δυσφορίας.
Αυτό που ονομάζουμε «προσωπικότητα» είναι, από πολλές απόψεις, το κατάλοιπο των μέγιστων προσπαθειών ενός παιδιού να διαχειριστεί την επίδραση του νου ενός άλλου. Ο ενήλικας φέρει μαζί του και τις δύο πλευρές αυτής της ασυμμετρίας και περνά το υπόλοιπο της ζωής του προσπαθώντας να τις επεξεργαστεί χωρίς να ξαναζήσει τα παλιά τραύματα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η θεραπεία δεν σημαίνει διόρθωση του παρελθόντος. Ούτε σημαίνει τη δημιουργία μιας εκδοχής του εαυτού σου που να μην έχει επηρεαστεί καθόλου από την ανεπίλυτη ιστορία σου. Το να οραματίζεσαι αυτή τη μορφή ανάκαμψης σημαίνει να παρερμηνεύεις τη φύση της πρώιμης εμπειρίας: δεν είναι κάτι που ξεπερνάμε, αλλά κάτι μέσα από το οποίο και από το οποίο εξελισσόμαστε. Τα ίχνη που αφήνονται πίσω είναι δομικά.
Αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι η σχέση μας με αυτές τις πρώιμες δομές. Όταν η παλιά ερμηνεία – «κάτι δεν πάει καλά με μένα» – χαλαρώνει τη λαβή της, η λογική του να νιώθουμε μικροί αλλάζει. Οι προκαταλήψεις σχετικά με τις ανάγκες μας, την εξάρτησή μας, τη θεμελιώδη ευαλωτότητά μας γίνονται αντικείμενο αναστοχασμού αντί επανάληψης.
Έτσι, η θεραπευτική σχέση δεν αποτελεί απλώς μια ευκαιρία για ενόραση, αλλά τον ίδιο τον μηχανισμό της αλλαγής. Οι πρώιμες δομές μπορούν να αναδιαμορφωθούν πραγματικά μόνο μέσα από τη σχέση. Όταν ένας ασθενής αναλαμβάνει το ρίσκο να εκφράσει μια ανάγκη και διαπιστώνει ότι ο θεραπευτής δεν νιώθει ούτε συγκλονισμένος ούτε περιφρονητικός, ή όταν εκφράζει διαμαρτυρία και ανακαλύπτει ότι η σχέση παραμένει σταθερή, ή όταν απογοητεύει τον θεραπευτή και δεν εγκαταλείπεται, συμβαίνει κάτι περισσότερο από μια διανοητική ενόραση.
Αυτό που συσσωρεύεται με την πάροδο του χρόνου είναι μια νέα εμπειρία του να νιώθεις μικρός μπροστά σε κάποιον μεγάλο που δεν θα χρησιμοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα εναντίον σου. Μια διορθωτική εμπειρία.
Ο θεραπευόμενος καταλήγει να κατανοήσει ότι ο σημαντικός ενήλικας που δεν κατάφερε να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, αγωνιζόταν επίσης με τα δικά του φαντάσματα της παιδικής ηλικίας, μια συναισθηματική κληρονομιά που δεν επέλεξε και από την οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει.
Αυτή η αναγνώριση δεν δικαιολογεί τη βλάβη που μπορεί να προκλήθηκε, αλλά την τοποθετεί στο σωστό πλαίσιο. Αλλάζει την αφήγηση από το: «Ήμουν δύσκολος», στο: «Δεν μπορούσαν να αντέξουν αυτό που ένιωθαν».
Κατά μία έννοια, η θεραπεία είναι η σταδιακή ανακατανομή της συμπόνιας, μακριά από τις προβολές του ενήλικα και προς το παιδί που αναγκάστηκε να τις φέρει. Καθώς αυτό συμβαίνει, η εσωτερική ασυμμετρία αρχίζει να μετριάζεται. Το τμήμα του εαυτού που ελέγχει, διαχειρίζεται και υποτάσσεται χάνει την εξουσία του. Και το τμήμα που προηγουμένως έφερε τους ασυνείδητους φόβους του ενήλικα, αρχίζει να αισθάνεται την ανθρώπινή του υπόσταση.
Αυτή η νέα μορφή «μεγάλου» βασίζεται στην αναγνώριση ότι η ωριμότητα δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με την κυριαρχία. Έχει να κάνει με την ικανότητα να διαχειρίζεται κανείς τις δικές του ανάγκες, πληγές και ευαλωτότητες, χωρίς να τις μεταφέρει σε κάποιον μικρότερο, πιο αδύναμο ή εξαρτημένο.
Συνεπάγεται τη σχέση με τους άλλους χωρίς να επιμένει κανείς να φέρουν τα φαντάσματα της δικής του παιδικής ηλικίας, το να επιτρέπει κανείς την εξάρτηση χωρίς να αισθάνεται απειλούμενος από αυτήν, και το να προσφέρει φροντίδα χωρίς να απαιτεί ευγνωμοσύνη ή υποταγή ως αντάλλαγμα.