Τις τελευταίες δεκαετίες, μια νέα διαταραχή έχει εδραιωθεί μεταξύ των αγοριών και των νεαρών ανδρών, η οποία ονομάζεται μυϊκή δυσμορφία. Χαρακτηρίζεται από την παθολογική πεποίθηση ότι το σώμα κάποιου δεν είναι αρκετά μυώδες ή γραμμωμένο, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο ή καλοσχηματισμένο είναι. Εξωτερικά, μπορεί να φαίνεται ως ένα ζήτημα που πηγάζει από την έλλειψη αυτοπεποίθησης για το σώμα ή την χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για κάτι πιο βαθύ.
Φυσικά, η υγιής πειθαρχία μπορεί να προσφέρει σταθερότητα και νόημα. Μπορεί να πηγαίνετε στο γυμναστήριο επειδή η σωματική άσκηση σας βοηθά να νιώθετε πιο ενεργοί στη ζωή ή επειδή εκτιμάτε τη σωματική διάπλαση που αποκτάτε. Θα κάνετε διαλείμματα όταν είστε κουρασμένοι, και θα είστε περήφανοι από την προσπάθεια και όχι μόνο από το αποτέλεσμα. Όμως, όταν δεν μπορείτε να παραλείψετε τις προπονήσεις χωρίς να νιώθετε συντριπτική ενοχή και τα γεύματα είναι γεμάτα φόβο, η ρουτίνα δεν πλέον εξυπηρετεί. Αντιθέτως, σε αυτήν την περίπτωση, η πειθαρχία έχει μετατραπεί από πηγή δύναμης σε αυτοτιμωρία.

Η μυϊκή δυσμορφία εμπίπτει στην ευρύτερη κατηγορία των σωματικών δυσμορφικών διαταραχών. Οι συνέπειές της είναι σοβαρές: αυστηρές δίαιτες και πολλές ώρες στο γυμναστήριο κάθε μέρα, συχνά εις βάρος των κοινωνικών δραστηριοτήτων, εμμονικές σκέψεις, χρήση αναβολικών, κλπ.
Πρόσφατες μελέτες υποδεικνύουν ότι έως και ένας στους δέκα άνδρες που συχνάζουν στο γυμναστήριο παρουσιάζει σημαντικά συμπτώματα· μεταξύ των εφήβων, τα ποσοστά αυξάνονται. Η μυϊκή δυσμορφία πλήττει περισσότερους άνδρες από ό,τι γυναίκες, αν και η ακριβής αναλογία δεν είναι γνωστή αυτή τη στιγμή ενώ πολλές γυναίκες αναπτύσσουν επίσης τη διαταραχή.
Αν η μυϊκή δυσμορφία δεν είναι πρόβλημα εικόνας σώματος, τότε τι είναι; Με ψυχοθεραπευτικούς όρους, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σωματική δύναμη – οι μύες – κάνουν τη δουλειά που δεν μπορούν να κάνουν τα λόγια. Φέρουν το βάρος αυτού που δεν μπορεί να συλληφθεί με τη σκέψη, μετατρέποντας το άγχος σε κίνηση και μυϊκή μάζα. Αυτό που φαίνεται να σχετίζετε με τα σώματα, στην ουσία αφορά τα συναισθήματα.
Υπάρχει μια πολιτισμική εξίσωση που συνδέει την αυτοεκτίμηση με τον συναισθηματικό έλεγχο. Από μικρή ηλικία, πολλά αγόρια μαθαίνουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ότι η ασφάλειά τους εξαρτάται από τη δύναμη τους . «Φέρσου σαν άντρας». Η γλώσσα αυτή είναι τόσο συνηθισμένη για πολλούς από εμάς που σχεδόν δεν την ακούμε. Μέχρι την εφηβεία, πολλοί έχουν ήδη υιοθετήσει ένα απλό, αν και κυρίως ασυνείδητο, δόγμα: είναι καλύτερο να είσαι μουδιασμένος παρά ευάλωτος.

Για τους περισσότερους άνδρες, η προτροπή να είναι δυνατοί είναι κάτι που γίνεται διακριτικά. Μπορεί να έρθει από ένα βλέμμα, μια σιωπή, πολλά μικρά μαθήματα που απορροφώνται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους. Μερικές φορές, είναι ο πατέρας που δεν αντέχει να βλέπει τα δάκρυα του γιου του.
Άλλες φορές, είναι ο προπονητής που ταπεινώνει με σκοπό να κινητοποιήσει, ή είναι ο influencer, του οποίου το γυμνασμένο σώμα και η σίγουρη φωνή υποδηλώνουν την ύπαρξη της δυνατότητας υπέρβασης του εαυτού. Όποια και αν είναι η μορφή του, το μήνυμα είναι το ίδιο: μην είσαι ευάλωτος.
Αυτές οι μορφές ενσαρκώνουν αυτό που στην ψυχανάλυση ονομάζεται πατρική λειτουργία, η οποία βοηθά ένα παιδί να αποσχιστεί και να εξατομικευτεί, καθώς και να ανακαλύψει τη δική του ικανότητα να δρα στο περιβάλλον. Όταν αυτό λειτουργεί καλά, καλλιεργείται ένα αίσθημα αυτοπεποίθησης και διάθεσης για εξερεύνηση.
Όταν όμως αποτυγχάνει, αυτή η αυτονομία μετατρέπεται σε τρόμο, και η επιθυμία για ασφάλεια μεταμορφώνεται σε ντροπή. Η πατρική λειτουργία αποτελεί επίσης πρότυπο της ανθεκτικότητας, δηλαδή του ψυχικού σθένους που βοηθά κάποιον να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες. Όταν όμως αυτή η λειτουργία στερείται τρυφερότητας, η έννοια της δύναμης μεταμορφώνεται στο να σημαίνει καταπίεση των συναισθημάτων.
Πως μπαίνει το σώμα σε όλα αυτά; Η πρώτη γλώσσα που μιλάμε είναι αυτή του σώματος. Πριν μπορέσουμε να ονομάσουμε την πείνα, φωνάζουμε. Πριν μπορέσουμε να πούμε «φοβάμαι», νιώθουμε το στομάχι μας άδειο. Σε μια ιδανική κατάσταση, κάποιος μας βοηθά να μεταφράσουμε όλες αυτές τις αισθήσεις σε κάτι που βγάζει νόημα.
Εκφράζοντας τα συναισθήματα με λέξεις, μπορούμε να τα αναλογιστούμε και, έτσι, να αποκτήσουμε κάποιο βαθμό ελέγχου σε σχέση με αυτά. Αν ξέρω ότι είμαι λυπημένος, τότε μπορεί να αναζητήσω το συμπονετικό αυτί ενός φίλου ή να δώσω στον εαυτό μου χρόνο και χώρο για να πενθήσω. Αν όμως δεν ξέρω ότι είμαι λυπημένος, είναι πιο πιθανό να υιοθετήσω συμπεριφορές που έχουν έναν ψυχαναγκαστικό χαρακτήρα, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μπορώ να βρω για να απαλλαγώ από το δυσάρεστο συναίσθημα που κρύβεται από κάτω.

Η συνθήκη της μυϊκής δυσμορφίας μπορεί να φαίνεται εξαιρετικά ελκυστική σε όσους έχουν πέσει θύματα της. Η σαφώς καθορισμένη δομή, η μέτρηση, η ορατή πρόοδος: όλα αυτά καλλιεργούν μια αίσθηση συνοχής σε μια χαοτική συναισθηματική ζωή. Στην ψυχαναλυτική γλώσσα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτοί οι άνδρες προσπαθούν να επεξεργαστούν τα συναισθήματά τους μέσω της δράσης και όχι με λόγια.
Προσπαθούν να διαχειριστούν τα δύσκολα συναισθήματα με τα εργαλεία που διαθέτουν. Η άρση βαρών αντικαθιστά τη συζήτηση που δεν έγινε ποτέ· ο πόνος από το γαλακτικό οξύ αποσπά την προσοχή από τον πόνο της εγκατάλειψης.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η γλώσσα διαιωνίζεται. Όσο περισσότερο φαίνεται να λειτουργεί, τόσο πιο δύσκολο είναι να την εγκαταλείψει κανείς. Οι μύες, άλλωστε, δεν φαίνεται να μας προδίδουν. Δεν διαφωνούν, δεν εγκαταλείπουν, δεν απογοητεύουν. Και έτσι το σώμα γίνεται καταφύγιο. Η μόνη σχέση που προσφέρει αίσθηση ασφάλειας.
Στην ψυχοθεραπεία, η δουλειά ξεκινά αφού αρχίσουν να δίνονται μικρές «άδειες»: άδεια να ξεκουραστώ, άδεια να νιώσω κουρασμένος, να παραδεχτώ ότι η αέναη αναζήτηση δύναμης με έχει εξαντλήσει. Για πολλούς, αυτό μοιάζει με ριζική αλλαγή. Έχουν συνηθίσει να θεωρούν την κόπωση ως αδυναμία και την ευαλωτότητα ως κατάρρευση. Με την πάροδο του χρόνου, ο στόχος είναι να βρεθεί μια μορφή δύναμης που να μπορεί να παραμείνει ανοιχτή και ευέλικτη.
Η θεραπεία, με αυτή την έννοια, αφορά την αναδιαμόρφωση της στάσης του ατόμου απέναντι στη δύναμη. Το να είναι κανείς αρκετά δυνατός ώστε να νιώθει αδύναμος είναι το παράδοξο με το οποίο κάθε άνδρας πρέπει τελικά να συμβιβαστεί. Μόνο βρίσκοντας τη δύναμη να σπάσουν την πανοπλία τους μπορούν οι άνδρες να αρχίσουν να καλλιεργούν μια αίσθηση σύνδεσης με τον εαυτό τους και τους άλλους.
Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν περιορίζεται στους άνδρες με μυϊκή δυσμορφία, ούτε καν στους άνδρες γενικότερα. Όλοι χτίζουμε οχυρά – είτε μέσω του σώματός μας, της καριέρας μας είτε της ταυτότητάς μας – για να κρύψουμε τη συναισθηματική μας ευαισθησία. Ωστόσο, κάθε οχυρό, όσο κομψό κι αν είναι, έχει το τίμημά του: την απομόνωση, την ακαμψία, τον πόνο της αποξένωσης. Η ίδια η ζωή απαιτεί κάτι πιο διαπερατό. Πιο ανθρώπινο.